Μετάβαση στο περιεχόμενο

sabre

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

sabre (en) και saber

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
sabre sabres

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /sabʁ/
ⓘ 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

sabre (fr) αρσενικό

  1. (γενικότερα, οπλισμός) το σπαθί
  2. (αθλητισμός, ξιφασκία) η σπάθη

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]